ευσαρκία

η (Α εὐσαρκία) [εύσαρκος]
νεοελλ.
πολυσαρκία
αρχ.
1. η καλή κατάσταση, η ευρωστία τού σώματος («εὐσαρκία και ἀσαρκίᾳ», Αριστοτ.)
2. (για καρπό) η μεστότητα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐσαρκία — εὐσαρκίᾱ , εὐσαρκία fullness of flesh fem nom/voc/acc dual εὐσαρκίᾱ , εὐσαρκία fullness of flesh fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίᾳ — εὐσαρκίᾱͅ , εὐσαρκία fullness of flesh fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίας — εὐσαρκίᾱς , εὐσαρκία fullness of flesh fem acc pl εὐσαρκίᾱς , εὐσαρκία fullness of flesh fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίαι — εὐσαρκίᾱͅ , εὐσαρκία fullness of flesh fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίαν — εὐσαρκίᾱν , εὐσαρκία fullness of flesh fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίαις — εὐσαρκία fullness of flesh fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίη — εὐσαρκία fullness of flesh fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίην — εὐσαρκία fullness of flesh fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαρκίης — εὐσαρκία fullness of flesh fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσάρκωσις — εὐσάρκωσις, ἡ (Α) [ευσαρκόω, ώ] η ευσαρκία, η καλή κατάσταση τού σώματος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.